Επ’ ευκαιρία της μετ’ ολίγας ημέρας ενάρξεως των παραστάσεων της οπερέττας του κ. Λαγκαδά εν τη πόλει μας, μεταφράζομεν άρθρο του συνθέτου του Κόμητος του Λουξεμβούργου». Ο πρύτανις των βιεννέζων συνθετών οπεραττών κ. Φράντς Λεάρ ως εξής ομιλεί εις το άρθρο του εις την «Βερολιναίαν Εφημερίδα της μεσημβρίας» περί του μέλλοντος της οπερέττας.
Η οπερέττα έχει βραχύ, αλλ’ ένδοξον όμως παραλθόν και έχει λαμπρόν παρόν. Πώς να μην προείπη λοιπόν κανείς ένα ανθηρόν μέλλον. Είνε ικανή προς ανάπτυξιν όπως κάθε είδος τέχνης, ανταποκρινόμενον εις αληθή αισθητικήν ανάγκην. Η πρόοδος δ’ εκφράζεται εις την τάσιν να περιορισθή αυστηρώς από την μουσικήν φάρσα και την οπερέτταν του Βαριετέ, κατά το πλείστον γοργότατα επεξειργασμένα, ελλειπώς ενορχηστρωμένα και ακαλαίσθητα αυτά προϊόντα της περιοχής της ελαφράς μουσικής. Η οπερέτταν ως έχων λόγον υπάρξεως είδος τέχνης, χρειάζεται σοβαράν εργασίαν, ανταποκρινομένην εις πλούτων μορφών πρωτότυπων χρησιμοποίησιν της ορχήστρας και τάλαντον μελωδιών, αι οποίαι παρ’ όλον το δημοφιλές των και το θαρραλέον σκέρτσο των να μην περιπίπτουν εις το κοινόν και το αγοραίον. Απαιτείται στενή σφυριλάτησις προς τα σκηνικά γεγονότα, όπου να γίνεται χρήσις όχι μόνον απλώς χορευτικών ρυθμών, αλλά και χαρακτηριστικών μοτίβων άλλου είδους˙ αυστηρά εκτέλεσις συνολικών μερών, δραματική ανύψωσις του φινάλε, αυτά και πολλαί άλλαι τεχνικαί απαιτήσεις πρέπει να είνε οικεία εις τον συνθέτην οπερεττών, αν θέλη να προοδεύση εις το είδος του και να τείνη προς υψηλοτέρους σκοπούς. Εις μίαν εποχήν, καθ’ ήν η παραγωγή της κωμικής όπερας έχει σχεδόν εντελώς νεκρωθή, η οπερέττα έχει καθήκον ν’ αναπτυχθή εις μουσικήν κωμωδίαν.
Περισσότερον από άλλοτε σήμερον η επιτυχία μιάς οπερέττας εξαρτάται από την ποιότητα του λιμπρέττου. Δεν αρκούνται εις μίαν ανεκδοτικώς αυτοσχεδίαστον μικρότητα, με ασυνδέτους, προσηρμοσμένας προς αλλήλας αστείας σκηνάς, θέλουν ένα κομμάτι, ένα σταθερώς εκτελεσμένον θεατρικόν κομμάτι, το οποίον να κινή την περιέργειαν παρ’ όλην την φαιδρότητά του˙ θέλουν νέον περιβάλλον, πικάντικον διάλογον ένα ραγκού από αστεία, χιούμορ, ποίησιν, κομψότητα, ζωτικώς χαρούμενην ερωτικότητα, ένα μίνιμουμ από βαρείας αιτιολογίας και τέλος μίαν μουσικήν ατμόσφαιραν, η οποία να αφίνη φαιδράς και χαριτωμένας αισθηματολογικάς διαθέσεις εις το τραγούδι και την ορχήστραν. Εις τας ημέρας μας δεν δύναται να επιτευχθή παγκοσμία επιτυχία με μόνον τον απλούν εντονισμόν μιάς οποιασδήποτε τρελλής Παρισινής φάρσας. Δέον να αποφεύγη κανείς παν το ακράτητον ή το αποκρουστικόν επίσης. Το κωμειδυλλιακόν, το ελαφροειδές, πρέπει να υποχωρήση εις ισχυράν δράσιν. Το μέλλον θα απαιτήση τοιαύτας μουσικάς και λιμπρεττικάς ιδιότητας κατ’ αυξάνοντα τρόπον και εις την εκπλήρωσιν των αξιώσεων τούτων έγκειται η εγγύησις της προόδου και αναπτύξεως της οπερέττας.
Κάθε εποχή έχει την τέχνην της. Τούτο ισχύει και εις την περιοχήν της ελαφράν ποδίτσαν φορούσης Μούσης. Παρ’ όλην την υψηλήν και ειλικρινή λατρείαν προς τους παλαιούς τεχνίτας της οπερέττας, ποιόν θέατρον θα ηδύνατο να περιορίση σήμερον το ρεπερτοάρ εις τον Όφφενμπαχ, τον Στράους, τον Σουππέ και τον Μιλλαίκερ; Καί εξ άλλου ποιός συνθέτης θα ηδύνατο να αρκεσθή σήμερον εις λιμπρέττα ά λά «Φαιδρόν Πόλεμον», «Πρίγκηπα Μαθουσάλαν», ή «Παρισινήν ζωήν». Νέον πρέπει να δημιουργηθή, εμψυχωμένον από νέον πνεύμα, λάμπον με χρώματα του ποικίλου καταστάντος κόσμου, διεισδυτικώτερον, νευρικώτερον, τεχνικώς πολυειδέστερον. Αυτό είνε το μέλλον της οπερέττας.
Ηλεκτρονικός σύνδεσμος άρθρου: http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin.asp?c=124&dc=4&db=1&da=1912