Αληθή καλλιτεχνικόν θρίαμβον κατήγαγε το εσπέρας της Κυριακής ο «Σύνδεσμος Ερασιτεχνών» δώσας από της σκηνής της αιθούσης των Ολυμπίων το έξοχον έργον του αειμνήστου Δ. Κορομηλά, την «Κάμμαν». Η επιτυχία των λαμπρών νέων είνε κατά τοσούτον μάλλον αξία εξάρσεως, καθόσον το διδαχθέν έργον δυσκολώτατον και λόγω ύψους γλώσσης και λόγω εκτελέσεως θα απεθάρρυνεν ουχί ολίγους των εξ επαγγέλματος ηθοποιών. Η παράστασις της «Κάμμας» απέδειξεν άπαξ έτι εις το φιλόμουσον ομογενές κοινόν της Θεσσαλονίκης ότι υπό την φιλοπρόοδον στέγην του εν τη συνοικία Αγίου Αθανασίου καταστήματος του σωματείου επιτελείτα αθορύβως εργασία συστηματική, φιλότιμος, εργασία τείνουσα να δημιουργήση εν τη πόλει μας έν είδος «Νέας Σκηνής» άνευ όμως των προς τους μαλλιαρούς συμπαθειών του κ.Χρηστομάνου. Κόσμος εκλεκτός πολύς αμφοτέρων των φύλων όχι συνωστίζετο αλλ’ ησφυκτία κυριολεκτικώς εντός της ευρυχώρου των «Ολυμπίων» αιθούσης και η συρροή αύτη η σπανιωτάτη διά τα θεατρικά χρονικά της πόλεώς μας απέδειξε τοις μύσταις όλην την εκτίμησιν του ομογενούς ενταύθα δημοσίου προς τον «Σύνδεσμον Ερασιτεχνών», όστις έταξεν εαυτώ την ενίσχυσιν της παρ’ ημίν σκηνής, την εξύψωσιν του παρ’ ημίν θεάτρου. Και ο κόσμος εκείνος ο απειροπληθής ωμολόγησεν ομοφώνως ότι ο «Σύνδεσμος Ερασιτεχνών» βαίνει ασφαλεί τω ποδί προς την επιτυχίαν της αποστολής του, διότι από έργου εις έργον νέας σημειών προόδους και μίαν μετά την άλλην καταρρίπτων τας γελοίας κοινωνικάς προλήψεις θαρραλέως απεξεδύθη εις διδασκαλίάν έργου τοιαύτης δυνάμεως και υπό τοσούτων εγκατεσπαρμένων δυσκολιών οίον η «Κάμμα».
Η υπόθεσις κείται παρά Πλουτάρχω, παρ’ ού παραλαβών εδραματοποίησε μετά τέχνης και δυνάμεως ο αείμνηστος Κορομηλάς. Ιδού πώς διηγείται αυτήν ο συγγραφεύς των Παραλλήλων Βίων. «Ήσαν εν Γαλατία [έτει 215 π.Χ.] δυνατώτατοι των τετραρχών, και τι και κατά γένος προσήκοντες αλλήλοις, Σινάτος τε και Συνόριξ. Ων ο Σινάτος γυναίκα παρθένον έσχε, Κάμμαν όνομα, περίβλεπτον μεν ιδέα σώματος και ώρα θαυμαζομένην δε μάλλον δι’ αρετήν. Ου γαρ μόνον σώφρων και φίλανδρος, αλλά και συνετή και μεγαλόφρων και ποθεινή τοις υπηκόοις ήν διαφερόντως υπ’ ευμενείας και χρηστότητος· επιφανεστέραν δ’ αυτήν εποίει και το της Αρτέμιδος ιέρεια είναι, ήν μάλιστα Γαλάται σέβουσι, περί τε πομπάς αεί και θυσίας κεκοσμημένην οράσθαι μεγαλοπρεπώς. Ερασθείς ούν αυτής ο Συνόριξ και μήτε πείσαι, μήτε βιάζεσθαι, ζώντος του ανδρός, δυνατός ων, έργον ειργάσατο δεινόν. Απέκτεινε γάρ δόλω τον Σινάτον, και χρόνον ού πολύ διαλιπών εμ()άτο την Κάμμαν εν τω ιερώ ποιουμένην διατριβάς και φέρουσαν ουκ οικτρώς και ταπεινώς, αλλά θυμώ νούν έχοντι και καιρόν περιμένοντι, την του Συνόριγος παρανομίαν. Ο δε λιπαρής ήν περί τας δεήσεις, και λόγον εδόκει μη παντάπασιν απορείν ευπρέπειαν εχόντων, ως τα μεν άλλα Σινάτον βελτίονα παρεσχηκώς εαυτόν, ανελών δ’ εκείνον έρωτι της Κάμμας, μη δι’ ιδιαιτέραν πονηρίαν. Ήσαν ούν το πρώτον αρνήσεις ούκ άγαν απηνείς της γυναικός, είτα κατά μικρόν εδόκει μαλάσσεσθαι· και γάρ οικείοι και φίλοι προσέκειντο θεραπεία και χάριτι του Συνόριγος, μέγιστον δυναμένου, πείθοντες αυτήν και καταβιβαζόμενοι, τέλος δέ συνεχώρει, και μετεπέμπετο προς εαυτήν εκείνον, ως παρά τη θεώ της συναινέσεως και της καταπιστώσεως γενησομένης. Ελθόντα δέ δεξαμένη φιλοφρόνως, και προσαγαγούσα τω βωμώ κατέσπεισεν εκ φιάλης, και το μέν εξέπιεν αυτή, το δέ εκείνον εκέλευσεν· (ήν δε πεφαρμαγμένον μελίκρατον) ως δ’ είδε πεπωκότα, λαμπρόν ανωλόλυξε, και την θεόν προσκυνήσασα: «Μαρτύρομαί σε , είπεν, ώ πολυτίμητε δαίμον, ότι ταύτης ένεκα της ημέρας επέζησα τω Σινάτω φόνω χρόνον τοσούτον ουδέν απολαβούσα του βίου χρηστόν, αλλά την ελπίδα της δίκης, ήν έχουσα καταβαίνω προς τον εμόν άνδρα· σοί δέ, ώ πάντων ανοσιώτατε ανθρώπων, τάφον αντί θαλάμου και γάμου παρασκευαζέτωσαν οι προσήκοντες. Ταύτα δ’ ακούσας ο Γαλάτης και του φαρμάκου δρώντος ήδη και διακινούντος το σώμα συναισθανόμενος, επέβη μέν οχήματος, ως σάλω και τιναγμώ χρησόμενος, εξέστη δε παραχρήμα, και μεταβάς εις φορείον εσπέρας απέθανεν. Η δε Κάμμα διενεγκούσα την νύκτα, και πυθομένη, τέλος έχειν εκείνον, ευθύμως και ιλαρώς κατέστρεψεν.»
Την δραματικωτάτην ταύτην σελίδα του Πλουτάρχου εδραματοποίησε τεχνηέντως ο Κορομηλάς εξοικονομήσας θαυμασίως διά την από σκηνής διδασκαλίαν την τε πλοκήν, την δράσιν και την κάθαρσιν και παρενείρας συγχρόνως δύο τελετάς: την της ιερείας και την του γάμου και τρία χορικά:α)ανδρών, β’)γυναικών, και γ’) ανδρών και γυναικών. Αι σπουδαιότεραι δυσκολίαι, άς είχον να αντιμετωπίσωσιν οι μύσται του «Συνδέσμου Ερασιτεχνών» ενέκειντο: εις την όσον ένεστι τελειοτέραν απόδοσιν αρχαïκών χαρακτήρων· εις την ορθήν απαγγελίαν του κειμένου· εις την επιτυχή αναπαράστασιν των τελετών· εις την κατά το μάλλον ή ήττον πλησιεστέραν προσέγγισιν προς την αρχαίαν μουσικήν. Τα προσκόμματα ταύτα, ειλικρινώς ειπείν , μετ’ απιστεύτου επιτυχίας υπερεπήδησαν οι φιλότιμοι νέοι. Ίσως –ίσως εν ταις λεπτομερείαις ο αυστηρός κριτής να εύρισκε σημεία τινα επίψογα, εν τω συνόλω της όμως λαμβανομένη η παράστασις, υπήρξεν αύτη μία πραγματική καλλιτεχνική επιτυχία του «Συνδέσμου Ερασιτεχνών», επιτυχία, περί της οποίας επί μακρόν θα γίνηται λόγος εν τη πόλει μας.
Τέσσαρα κυρίως είνε τα πρωταγωνιστούντα πρόσωπα: η Κάμμα, ο πατήρ αυτής Λουέριος, ο Συνόριξ και ο Βίνδαξ. Η δεσποινίς Ολυμπία Π. Χ’’Εμμανουήλ (Κάμμα) πρώτην φορά υποδυομένη τον κόθορνον ενεθουσίασε και συνήρπασε το ακροατήριον διά της αβιάστου, φυσικής, αλλά τεχνικής υποκρίσεώς της. Υπήρξεν η ενσάρκωσις της ηρωίδος του δράματος, αποδώσασα μετ’ αισθήματος και ακριβείας τον δύσκολον της Κάμμας χαρακτήραν, ήτις πιστή εις τον έρωτά της, περιφρονεί τας πατρικάς εισηγήσεις και τότε μόνον φαίνεται παραδεχομένη αυτάς, όταν έπεισε εαυτήν, ότι απατώσα τον Συνόριγα διά φαινομενικού έρωτος ασφαλέστερον θέλει εκδικηθή. Και εξεδικήθη τρομερώς, παρασκευάσασα τάφον αντί νυμφικού θαλάμου εις τον αποτρόπαιον Σινόριγα. Εις την εναλλαγή ταύτην των διαφόρων συναισθημάτων η δεσποινίς Ολυμπία Π. Χ’’Εμμανουήλ επιτυχώς ανθαμιλλάται- τηρουμένων των αποστάσεων- προς την Κυβέλην Αδριανού της «Νέας Σκηνής». Εν τω χαρακτήρι του Σινόριγος ο κ. Αλεξ. Αλεξιάδης ουχί ολιγώτερον της Κάμμας αξιοθαύμαστος, αποδώσας και μέχρι των εσχάτων λεπτομερειών τα κακούργα ένστικτα του ανοσίου Βρένου των Γαλατών και τον προς την Κάμμαν μανιώδη πλην ένοχον έρωτά του. Ο κ. Ηλ. Τζιαμαρέλλας (Λουέριος) έπαιξεν επίσης λαμπρά το μέρος αναπαραστήσας μετά τέχνης τον χαρακτήρα του πατέρα της Κάμμας, όστις προ της ιδέας του προς την γενέτειραν καθήκοντος μικρού δείν παρέδιδε την κόρην του έρμαιον εις την οργήν του εκ πάθους τυφλού εραστού της. Ο κ. Δ. Βλαχάβας (Βίνδαξ) τον ιπποτικόν, ευγενή, ειλικρινή και ωραίον χαρακτήρα του νέου αρχηγού, του πιστού φίλου και αφοσιωμένου βραχίονος απέδωκεν αψόγως, δικαιώσας και πάλιν τας ελπίδας τας οποίας στηρίζει επ’ αυτού το σωματείον. Αλλά και εις τα δευτερεύοντα πρόσωπα η αυτή παρετηρήθη επιμέλεια, η αυτή φιλότιμος προσπάθεια όπως συντελέσωσιν εις την επιτυχίαν της παραστάσεως. Η δεσποινίς Μαρία Μερκουρίου (Μόινα) ο κ. Δαΰφρων Μόκας (Αριόβυστος) και λοιποί πάντες είνε άξιοι συγχαρητηρίων και θερμοτάτων επαίνων διά την εύστοχον διερμήνευσιν των χαρακτήρων, ούς υπεδύθησαν.
Σκηνικός διάκοσμος ωραίος, αρχαïκαί ενδυμασίαι πρωτοφανούς κατά τα τελευταία μάλιστα ταύτα έτη πολυτελείας διά τα θεατρικά μας χρονικά και υπόκρισις τελεία εν τω συνόλω αυτής λαμβανομένη, προσεπορίσαντο τω «Συνδέσμω Ερασιτεχνών» τας γενικάς επευφημίας και τα παρατεταμμένα χειροκροτήματα των θεατών, οίτινες ούτω επεβράβευσαν την όλην εργασίαν των φιλοτίμων νέων, μη υποχωρούντων πρό των δυσχερειών, του κόπου, της δαπάνης, όπως ημέρα τη ημέρα τελειοποιούμενοι παραστώσι πότε ενώπιον της ομογενούς κοινωνίας Θεσσαλονίκης εντελείς υπό πάσαν έποψιν. Η Αδελφότης «Ομόνοια» εις ένδειξιν εκτιμήσεως ειλικρινούς προς το αδελφόν σωματείον προσέφερε τοις μύσταις μεγαλοπρεπή ανθοδέσμην. Ημείς μετά των πολυπληθών θεατών της εσπέρας εκείνης περιοριζόμεθα να αποτείνωμεν αυτοίς τε και φιλοπρόοδω Προέδρω του «Σωματείου Ερασιτεχνών» κ. Θ. Παπαθανασίου έν μέγα, ολόθερμον εύγε.