Σήμερον εν τω Ιερώ Ναώ του Αγίου Αθανασίου ετελέσθη αρχιερατική λειτουργία επ’ ευκαιρία της πρώτης επετείου από της συστάσεως του εορτής του παρ’ ημίν Σωματείου των «Ιεροψαλτών». Της περιστάσεως ταύτης δραττόμενης ασμένως χαράττομεν εφεξής εν γενικαίς γραμμαίς ολίγα περί της Εκκλησιαστικής μουσικής, της οποίας το γόητρον να υποστηρίξη έθετο ως σκοπόν αυτού το εν λόγω Σωματείον. Η εν γένει μουσική, τα πρώτα δηλαδή αυτής στοιχεία, υπάρχουσιν έμφυτα παρά πάσι τοις λαοίς. Και αυταί έτι αι εν αγρία καταστάσει διατελούσαι φυλαί έχουσι την εθνικήν αυτών μουσικήν, άξεστον μεν βεβαίως και ακαλλιέργητον, αλλ’ ικανοποιούσαν πληρέστατα τας αισθητικάς αυτών ανάγκας. Διά της μουσικής εξεφράσθη πάντοτε το εν τη καρδία βαθέως εμφωλεύον αίσθημα, δι’ αυτής διεχύθη εις την ατμόσφαιραν η χαρά και η λύπη και πάντα τα την ψυχήν του ανθρώπου ανακυκούντα και συγκλονίζοντα πάθη. Διά της μουσικής, της οποίας η εξημερωτική δύναμις γενικώς αναγνωρίζεται, κατηυνάσθησαν μίση και εσίγασεν η φωνή της εκδικήσεως. Ως τοιαύτη η μουσική εισήχθη εξ αρχής και εις την λατρείαν και πάντα τα έθνη μετεχειρήσθησαν αυτήν όπως αναπέμψωσιν τον προς το θείον αίνον. Επί της Βυζαντινής εποχής η μουσική της Εκκλησίας ανήλθεν εις υψίστην περιωπήν. Άνδρες ευλαβείς και μουσόληπτοι, εν τη εκφράσει των αισθημάτων των επέτυχον να συλλάβωσι μουσικούς φθόγγους εκτάκτου μεγαλείου και να προσδώσσωσιν ούτω εις την εκκλησιαστικήν μουσικήν μεγαλοπρέπειαν ασυνήθη. Μεταξύ των κορυφαίων μουσικοδιδασκάλων της εποχής εκείνης σελαγίζει η μουσόληπτος μορφή του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, όστις και μελίρρυτος επεκλήθη, ουχί μόνον διά την γλυκείαν αυτού φωνήν, αλλά κυρίως διά την ηδύτητα του μέλους, όπερ διήκει εις όλα τα υπ’ αυτού μουσουργηθέντα εκκλησιαστικά έργα. Εις την μουσικήν, ής χρήσιν ποιούνται οι λαοί, διαφαίνεται η πρόοδος και εξημέρωσις του ήθους αυτών. Είνε δε συγχρόνως και γνώρισμα χαρακτηριστικόν η μουσική προς διάκρισιν μιας φυλής από της άλλης. Ενώ δε η Εκκλησία μας διεκρίνετο διά την απ’ αιώνων εμμονήν αυτής εις την εν χρήσει μουσικήν, κατά τα τελευταία ταύτα έτη παρετηρήθη βέβηλος τις τάσις προς παραγκώνισιν της εκκλησιαστικής ημών μουσικής και αντικατάστασιν αυτής διά της ευρωπαϊκής τοιαύτης, ή και εισαγωγή ξενισμών εν τη μουσική μας. Ούτω εξετροχιάζετο ημέρα τη ημέρα πλειότερον, κακόηχον αποτελούσα συνοθύλευμα μουσικών φθόγγων, εις ουδεμίαν δυναμένων να καταχθώσιν εποχήν και εξ ής ουδείς χαρακτηρισμός ήτο δυνατός. Και όμως η εκκλησιαστική ημών μουσική έδει να διατηρηθή αλώβητος ένεκα ιστορικών λόγων και ένεκα αυτού τούτου του γοήτρου της εκκλησίας μας. Η τάσις όμως του ξενίζειν απέβαινεν οσημέραι επικινδυνωδεστέρα, και τας ολεθρίους αυτής συνεπείας κατανοήσαντες, οι μεν εν τοις Πατριαρχείοις συνέστησαν Μουσικόν Σύλλογον προς περιφρούρησιν της γνησίας Βυζαντινής Μουσικής και εκκαθάρισιν αυτής από τω ξενικών στοιχείων, οι δε περί το εν Αθήναις Ωδείον έδραν Βυζαντινής Μουσικής ίδρυσαν εν αυτώ προσλαβόντες διδάσκαλον εκ των εν τοις Πατριαρχείοις διαπρεπεστέρων Ιεροψαλτών. Εν ταις επαρχίαις την ανάγκην ταύτην θεραπεύη η Θεσσαλονίκη διά της συμπήξεως του Σωματείου των «Ιεροψαλτών». Η μέριμνα αύτη των ιεροψαλτών μας περιποιεί εις αυτούς τιμήν, διότι καταδεικνύει όλην αυτών την λατρείαν προς τα τιμαλφή κειμήλια της Εκκλησίας και τας ευγενείς ορμάς της καρδίας των. Διά τούτο και ημείς μετά χαράς εξαίροντες το έργον αυτών, ευχόμεθα αυτοίς προαγωγήν χάριν αυτού του γοήτρου του Γένους και της Εκκλησίας ημών.