Η ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ- Αι εις τον πολιτισμόν και τα γράμματα προηγμέναι κοινωνίαι ως εν των εκπολιτιστικωτέρων και μάλλον ηθικοποιών μέσων θεωρούσι συν τω Σχολείω και τη Εκκλησία και το Θέατρον. Η μεγάλη αύτη προς την από σκηνής διδασκαλίαν εκτίμησις προέρχεται εξ ενός μεν εκ της συρροής, ήν προκαλεί πάντοτε η διδασκαλία καλού φιλολογικού έργου, εξ ετέρου δε εκ της εντυπώσεως, ήτις εξασκείται επί του θεατού υπό της θέας της δράσεως, ήτις επί σκηνής εκτυλίσσεται ζώσα και πραγματική πρό των ομμάτων αυτού. Είνε αδύνατον ο άνθρωπος εξερχόμενος του θεάτρου μετά την διδασκαλίαν ωραίου έργου, του οποίου ησθάνθη κατά βάθος τας καλλονάς και εννόησε τας ιδέας, να μη επιστρέψη οίκαδε κατά τι βελτίων, κατά τι ανώτερος ηθικώς ή πριν, κατά τι αγαθώτερος ή αξιοπρεπέστερος παρ’ άλλοτε. Αι από σκηνής εντυπώσεις είνε επίσης ζωηραί, επίσης σωτήριοι, όσον αι από του άμβωνος της εκκλησίας και αι από της έδρας του σχολείου. Μόνον δε άνθρωπος πεπωρωμένος, άνθρωπος διεφθαρμένος μέχρι μυελού οστέων δύναται να μένη ανεπηρέαστος από το ύψος και το μεγαλείον της τριπλής τούτης διδασκαλίας. Οι αρχαίοι Έλληνες το θέατρον εθεώρουν ως την κατ’ εξοχήν πνευματικήν τροφήν, εξ ής ήντλουν την ζωτικωτέραν ηθικήν ικμάδα. Η αγάπη των προς την από σκηνής διδασκαλίαν παρήγαγε τους κρατίστους των αρχαίων δραματικών και κωμικών συγγραφέων, των οποίων τα αθάνατα έργα πρόκεινται ως τύπος και υπογραμμός εις πάντα νεώτερον δραματογράφον και σκηνικόν εν γένει συγγραφέα. Σήμερον ο Ευρωπαίος δεν δύναται να εννοήση πώς είνε δυνατόν να ζήση κοινωνία άνευ θεάτρου. Από του μάλλον ευγενούς αριστοκράτου μέχρι του τελευταίου αστού, πάντες ανεξαιρέτως την αυτή τρέφουσι προς το θέατρον λατρείαν, την αυτήν δεικνύουσι προς τους ηθοποιούς εκτίμησιν, την αυτήν αποδίδουσι δικαιοσύνην, προς τα πνευματικά έργα των συγγραφέων των. Αλλ’ εκεί και θέατρον και ηθοποιός και συγγραφεύς αμιλλώνται ν’ ανταποκρίνωνται επαξίως προς τας ευμενείς διαθέσεις του κοινού, συνέπεια δε τούτου είνε η αείποτε επί τα πρόσω ώθησις του καλλιτεχνικού ταλάντου και η ανύψωσις της θεατρικής τέχνης εις περιωπήν δυσθεώρητον. Εις καλός θεατρικός συγγραφεύς ή εις καλλιτέχνης ηθοποιός δε θα αντήλλασσεν εν Ευρώπη την θέσιν του ούτε με την μάλλον επίζηλον θέσιν πρεσβευτού ή και πρωθυπουργού. Και οι νεώτεροι Έλληνες αγαπώμεν το θέατρον. Δεν λέγω, όχι. Πλην αγαπώμεν αυτό καθ’ όλως ιδιαίτερον τρόπον. Τα σπουδαία έργα μας τρομάζουν. Το δράμα μας ταράσσει τα νεύρα. Η τραγωδία μας κόπτει την όρεξιν. Αι υψηλαί θεωρίαι μας θολώνουν το πνεύμα και αι ακαταμάχητοι αλήθειαι μας φέρουν μορφασμούς και ναυτίαν. Α! αν πρόκειται να γελάσωμεν, τότε το πράγμα διαφέρει. Τρέχομεν εις το θέατρον και εκεί προ των κορδακισμών και των βεβιασμένων μορφασμών και των σαχλών ευφυολογημάτων του πρώτου τυχόντος αυτοχειροτονήτου κωμικού ηθοποιού, γελώμεν παταγωδώς, χειροκροτούμεν παταγωδέστερον, δακρύομεν εκ των καγχασμών και φεύγομεν κατευχαριστημένοι, κατενθουσιασμένοι, αναβιβάζοντες εις τα ουράνια τον ηθοποιόν, όστις κατά βάθος δεν είνε διόλου ευχαριστημένος από τον ρόλον, τον οποίον έπαιξε και όστις ακούων τα εγκώμια ελεεινολογεί μέσα του το γούστο του Έλληνος ακροατού. Δεν ενθυμούμαι πού έχω αναγνώσει τελευταίως θεατρικήν τινά κρίσιν περί τίνος εν Αθήναις θιάσου, όστις αφ’ ου επανειλημμένως έπαιξε σπουδαιότατον έργον χωρίς ούτε τα έξοδα του φωτισμού να εισπράξη, ανεβίβασεν επί σκηνής έργον, δι’ ο εκ των προτέρων ηρυθρία. Και όμως το θέατρον επληρώθη ασφικτικώς, ο κόσμος εγέλασεν, εχειροκρότησε και απήλθε συστήσας την επανάληψιν. Ο δε ήρως της εσπέρας εκείνης μόλις έπεσεν η αυλαία, έκρυψε το πρόσωπον εντός των δύο χειρών και έχυσε πικρά δάκρυα, κλαίων την έλλειψιν γούστου παρά τω Αθηναικώ δημοσίω. Τοιούτοι είμεθα όλοι οι Έλληνες. Θίασος αξιοπρεπής, αναβιβάζων έργα αντάξια του προορισμού της Ελληνικής σκηνής, μόλις θα βγάλη τα έξοδά του. Αν κατέλθη της αξιοπρεπείας του και αρχίση δίδων παραστάσεις Καραγκιόζη υπάρχει ελπίς να φύγη χωρίς χρέη. Υπό τοιαύτας συνθήκας δεν είνε δυνατόν να μορφώσωμεν ούτε θέατρον, ούτε ηθοποιούς, ούτε συγγραφείς. Πρέπει πρώτον ν’ ανυψωθώμεν ημείς μέχρι της τέχνης, ίνα και η τέχνη αρχίση να έρχηται προς ημάς. Παρουσιάζεσαι ενώπιον ενός θιάσου έχοντος όλα τα στοιχεία να αποτελέση όμιλον σχοινοβατών και όστις εν τούτοις σου κορδίζεται ως θίασος με δεκαπεντάπηχυν τίτλο; Σφύριξέ τον μια, σφύριξέ τον δυο· ουδέποτε πλέον θα τολμήση να πατήση το έδαφος της σκηνής. Έχεις ενώπιόν σου θίασον όντως αντάξιον του ονόματός του; Υποστήριζέ τον με όλην σου την καρδιά, μη τον βιάζης ποτέ να κατέλθη εις χυδαιότητα, αλλ’ άφησέ τον να ανέρχηται και προσπάθησε ν’ ανέλθης και συ μετ’ αυτού εις τα αιθέρια ύψη της καλλιτεχνίας. Καλοί είνε και οι μίμοι. Αλλ’ έχουν αλλού την θέσιν των. Η Ελληνική σκηνή έχει άλλον, υψηλότερον, ευγενέστερον προορισμόν και αποστολήν ιερωτέραν, πρέπει δε να καθαρισθή από τα καθάρματα, τα οποία την ατιμάζουν. Αλλά προς τούτο ανάγκη πρώτοι οι θεαταί να εισέρχωνται με ένδυμα γάμου εις το θέατρον και ουχί με στολή αρλεκίνου.
Μς.